αχυρένιος ()
przymiotnik (1.1) słomiany, zrobiony ze słomy (1.2) słomkowy, koloru słomy, blond, słomkowożółty (1.3) słomiany, bezpodstawny, gołosłowny
(1.1-3) P4
(1.1) αχυρένια σκεπή → słomiany dach (1.2) αχυρένια μαλλιά → słomkowożółte włosy
(1.1) αχερένιος (1.2) κίτρινος, λεμονής, κροκοειδής (1.3) αβάσιμος, ανυποστήριχτος, αθεμέλιωτος
(1.3) βάσιμος, βέβαιος
άχυρο , άχερο , αχυρώνας , αχερώνας , αχυρώνα αχυρο-, αχερο-, αχυρό-, αχερό-, αχυρ-, αχερ-