πόρνη ()

rzeczownik, rodzaj żeński (1.1) prostytutka (1.2) rozpustnica, ladacznica

(1) F30

(1.1) Στο μπουρδέλο οι πόρνες φοράγανε πάντοτε κάτω από τη ρόμπα κιλότα και σουτιέν. → W burdelu prostytutki nosiły zawsze pod peniuarem majtki i biustonosz.

(1.1) αρσενική πόρνη

(1.1) ιερόδουλη, πουτάνα, βιζιτού, γυναίκα ελευθερίων ηθών, ιέρεια της Αφροδίτης, καλντεριμιτζού, κοκότα, παλιογυναίκα, παστρικιά, πρόστυχη, τροτέζα, φακλάνα

πορνεύω, πορνεύομαι πορνικός πόρνος , πορνεία , πορνείο , πορνό πορνίδιο