δίκαιο ()
rzeczownik, rodzaj nijaki (1.1) prawo, prawodawstwo
(1.1) N40
(1.1) κλάδος δικαίου → dziedzina prawa • αστικό δίκαιο → prawo cywilne • διεθνές δίκαιο → prawo międzynarodowe • δικονομικό δίκαιο → prawo procesowe • διοικητικό δίκαιο → prawo administracyjne • εμπορικό δίκαιο → prawo handlowe • οικογενειακό δίκαιο → prawo rodzinne
δικαιοσύνη , δικαιούχος /, δικαίωμα , δικαίωση , δικαστήριο , δικαστής /, δικαστίνα , δικαστικός /, δίκη , δίκιο δικάζω, δικάζομαι, δικαιούμαι, δικαιώνω, δικαιώνομαι δίκαιος, δικανικός, δικαστικός δίκαια, δικαίως