διαρρήκτης () diarríktis
rzeczownik, rodzaj męski (1.1) włamywacz
(1.1) M10
(1.1) Ο αυτουργός της κλοπής του διαμερίσματος της κυρίας Ελένης είναι ένας έμπειρος και επιδέξιος διαρρήκτης. → Autorem okradzenia mieszkania pani Heleny jest pewien doświadczony i zręczny włamywacz.
(1.1) μπουκαδόρος, ποντικός, ριφιφής
(1.1) κλέφτης
διάρρηξη , διαρρήκτρια διαρρηκτικός, διαρρηκτός διαρρηγνύω, διαρρηγνύομαι
<