ανταλλάξιμος () antalláximos
przymiotnik (1.1) wymienialny, wymienny, zamienny, przeznaczony do wymiany
(1) P5
(1.1) Ως ανταλλάξιμες ύλες ή ανταλλάξιμα προϊόντα νοούνται οι ύλες ή τα προϊόντα του ίδιου είδους και της ίδιας εμπορικής ποιότητας. → Jako materiały zamienne lub produkty zamienne rozumie się materiały lub produkty tego samego rodzaju i jakości handlowej.
(1.1) ανταλλάξιμη ομολογία → obligacja zamienna • ανταλλάξιμο στοιχείο → element wymienny, część wymienna
ανταλλαγή , αντάλλαγμα , ανταλλακτικό , ανταλλάξικότητα ανταλλακτικός ανταλλάζω, ανταλλάζομαι, ανταλλάσσω, ανταλλάσσομαι