ένστικτο ()
rzeczownik, rodzaj nijaki (1.1) instynkt (1.2) instynkt, przeczucie (1.3) predyspozycja, skłonność, talent
(1) N40
(1.1) ένστικτο της αυτοσυντήρησης → instynkt samozachowawczy (1.3) μουσικό ένστικτο → talent muzyczny
(1.1) ορμέμφυτο, ένστιχτο (1.2) διαίσθηση, έκτη αίσθηση, διόραση, προαίσθηση (1.3) ταλέντο
ένστιχτο ενστιγματικός, ενστικτώδης ενστικτωδώς
από ένστικτο → instynktownie
<