μάντης ()
rzeczownik, rodzaj męski (1.1) wróżbiarz, wróżbita
(1)
(1.1) Οι Σκύθες έχουν πολλούς μάντεις που βγάζουν τις μαντείες τους από πολλές βέργες από ιτιά.Ηρόδοτου, Ιστορία, βιβλίο Δ. 67, ΟΕΔΒ, Αθήνα, σ. 79 → Scytowie mają wielu wróżbiarzy, którzy czerpią swoje przepowiednie z wielu witek wierzby.
(1.1) μαντευτής
μαντεία , μαντείο , μάντεμα , μάντισσα , μαντευτής , μαντεύτρα , μαντοσύνη μαντικός μαντικά μαντεύω, μαντεύομαι