θέληση ()

(1) thélisi

(1)

rzeczownik, rodzaj żeński (1.1) wola (1.2) chęć

(1.1) Η κοινή γνώμη εκφράζει την ανά πάσα στιγμή θέληση των μαζών και δείχνει τη στάση τους (κρυφή ή φανερή) για τα συμβάντα και τα γεγονότα της κοινωνικής πραγματικότητας.Αθανάσιος Κιτσάκης, Η Σύγχρονη Κοινωνία, σελ. 220-222 - Athanasios Kitsakis, I sínchroni kinonía, str. 220-222. → Opinia publiczna wyraża wolę mas (istniejącą) w każdej chwili i pokazuje ich pogląd (ukryty lub jawny) na wydarzenia i fakty rzeczywistości społecznej.

(1.1) πρόθεση