λαχανικό ()
rzeczownik, rodzaj nijaki (1.1) warzywo, jarzyna
(1.1) N38,
(1.1) przeważnie w
(1.1) χορταρικό, ζαρζαβατικό
λάχανο , λαχανάς, λαχανίδα , λαχανί , λαχαναγορά , λαχανόκηπος , λαχανόφυλλο , λαχανοφυλλάδα , λαχανοσαρμάς , λαχανοντολμάς , λαχανόπιτα , λαχανοπωλείο , λαχανοπώλης , λαχανοπώλισσα , λαχανόρυζο , λαχανοκόμος , λαχανοκομία , λαχανόζουμο λαχανάκι λαχανής λαχανο-, λαχανό-, λαχαν-
(1.1)