Όλυμπος ()

rzeczownik, rodzaj męski, nazwa własna (1.1) Olimp, Masyw Olimpu (góry w Grecji) (1.2) Olimp

(1)

(1.1) Ο Όλυμπος είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας. → Olimp to najwyższa góra w Grecji. (1.2) Οι θεοί του Ολύμπου είναι δώδεκα: ο Δίας, η Ήρα, ο Απόλλωνας, η Αθηνά, ο Ερμής, η Αφροδίτη, η Άρτεμη, ο Ποσειδώνας, ο Άρης, η Δήμητρα, ο Ήφαιστος και η Εστία. → Jest dwunastu bogów Olimpu: Zeus, Hera, Apollo, Atena, Hermes, Afrodyta, Artemida, Posejdon, Ares, Demeter, Hefajstos i Hestia.

Ολύμπια ολύμπιος

(1.1)