πρωτόκολλο () prōtókollo
rzeczownik, rodzaj nijaki (1.1) protokół, etykieta, ceremoniał (1.2) protokół (komunikacyjny), procedura (1.3) protokół, akt (1.4) porozumienie, układ (1.5) rejestr, księga rejestracyjna, repertorium (1.6) biuro rejestracyjne
(1.1) Ν42: πρωτόκολλου albo πρωτοκόλλου; πρωτόκολλα, πρωτόκολλων albo πρωτοκόλλων
(1.1) καταργώ / παραβιάζω το → złamać protokół • κρατώ το πρωτόκολλο → dotrzymać protokołu (1.3) πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής → protokół zdawczo-odbiorczy
(1.4) συμφωνία, συνθήκη
πρωτοκόλληση πρωτοκολλούμαι, πρωτοκολλώ πρωτοκολλητής, πρωτοκολλήτρια, πρωτοκολλημένος