ζεματίζω ()

czasownik przechodni (1.1) wyparzyć, parzyć, sparzyć (wrzątkiem) (1.2) oparzyć, palić (o słońcu, jedzeniu) (1.3) ukłuć, dotknąć, urazić C2.1: ζεμάτισα, ζεματίστηκα, ζεματισμένος

(1.2) Το παιδί ζεμάτισε τη γλώσσα του από τη σούπα. → Dziecko oparzyło sobie język zupą. (1.2) Τα λόγια σου μεζεμάτισαν πολύ. → Twoje słowa bardzo mnie uraziły.

(1.1) βράζω (1.3) τσούζω

ζεματίζομαι, ζεματώ ζεματιστός ζεμάτισμα